Κείμενο και φωτογραφίες της Όλγας Παπαλεξάνδρου

Η αλάνα με τις σκηνές των προσφύγων είναι γεμάτη δέντρα. Ακούς από μακριά το θρόισμα των φύλλων και τα βλέπεις, πάνω από τη ψηλή μάντρα ν’ ανεμίζουν αλλάζοντας χρώματα ανάλογα με την κατεύθυνση του ανέμου. Νομίζω είναι ευκάλυπτοι και πεύκα. Οι ευκάλυπτοι έχουν πανέμορφη κορμοστασιά και μυρίζουν υπέροχα. Η αλάνα, λέει, ανήκει στον στρατό. Αυτά τα όμορφα δέντρα, να μην μπορείς να τα χαρείς χωρίς να πειθαρχήσεις με κάποιο τρόπο. Τι αντίθεση κι αυτή!

Το πρώτο πράγμα που αντικρίζεις μπαίνοντας στην ανοιχτή δομή, είναι ρούχα απλωμένα. Τα σώψυχα των ανθρώπων, κρεμασμένα στα σύρματα. Πολύχρωμες γραμμές και υφές, εκτείνονται έως εκεί που φτάνει το μάτι. Και χημικές τουαλέτες. Αυτές είναι μπλε. Ένα παράταιρο, έντονο μπλε, ανάμεσα σε τόσο πράσινο και πολύχρωμα σύρματα. Κάτω έχει χώμα και τεράστιους μακριούς διαδρόμους από λευκά χαλίκια.

Στην είσοδο σε καλωσορίζουν χαμογελαστά πρόσωπα και μικροσκοπικά χεράκια. Το εισιτήριο για να μπεις, είναι αγκαλιές. Μόλις τις δώσεις κατηφορίζεις στο πάλλευκο τοπίο της δομής. Μια τεράστια αυλή με μεγάλες κατάλευκες σκηνές. Χωρισμένες σε κουτάκια. Κουτάκια, κουτάκια. Η μία δίπλα στην άλλη, το ένα δίπλα στο άλλο. Κουτάκια που έχουν γίνει τα προσωρινά σπίτια των ανθρώπων. Το πόσο προσωρινά θα το αποφασίσουν τα χαρτιά και τα γραφεία.

Προσωρινά σημαίνει, χωρίς μόνιμη κατοικία, χωρίς σχολείο, χωρίς σημείο αναφοράς. Και για κάποιους αυτή η προσωρινή κατάσταση τείνει να γίνει μόνιμη. Προσωρινά σημαίνει και πρόχειρα. Η οργάνωση μηδαμινή. Η συνεννόηση με τους υπεύθυνους δύσκολη και μόνο σε ώρες γραφείου. Ζωή σε ώρες γραφείου.

Σάββατο μεσημέρι, η Μπιμπί και η Ροκέα, μόλις έχουν τελειώσει τη δουλειά τους. Η τεράστια σακούλα με το τουλουπάνι κρέμεται δίπλα στις ατελείωτες μπουγάδες. Μια μικρή τρυπίτσα απελευθερώνει αργά το περιττό υγρό, μέχρι να πήξει το τυράκι. Είναι χαρούμενες και θέλουν να τις βγάλω φωτογραφία για να καμαρώσουν δίπλα στο κατόρθωμά τους. Είναι από το Αφγανιστάν. Ανήκουν στη φυλή Χαζάρα. Η Ροκέα έχει τέσσερα παιδιά-κουκλιά. Μας κερνάει ζεστό τσάι και ένα υπέροχο γλυκό από ζάχαρη, βούτυρο και σοκολάτα, σε φλιτζάνια που τα φέρνει μέσα σε ένα μεγάλο σουρωτήρι. Πού να τονε βρει τον δίσκο. Απολαμβάνουμε όλοι μαζί το τσάι μας. Είναι ευγενική και με θλιμμένα μάτια. Την ρωτήσαμε τι θα ήθελε να τους φέρουμε όταν ξαναπάμε. Παπούτσια. Έπιασε κρύο στη σκηνή.

Την ώρα του μεσημεριανού τσαγιού ο κόσμος απλώνεται δίπλα μας συζητώντας. Στη δομή έχουν έρθει φίλοι των προσφύγων, Κορίνθιοι, που πάνε για λίγες ώρες κάθε μέρα και παίζουν με τα παιδιά, βοηθούν και αποτελούν τον συνδετικό κρίκο με τον έξω κόσμο. Παιδικές φωνούλες και τρεχάλες. Οικογένειες που γυρίζουν από τη βόλτα, μαγειρέματα – κάποιος τηγάνιζε ψάρια σ’ ένα μικρό ηλεκτρικό μάτι και μοσχοβολούσε ο τόπος. Τσάι τριαντάφυλλο και τηγανιτό ψάρι. Η ζωή αιωρείται, πεισματικά, πάνω από τα κεφάλια μας.

Δεν ξέρω αν έχουμε ποτέ σκεφτεί πόσα πράγματα στην καθημερινότητά μας είναι πολύ εύκολα και δεδομένα. Από το να πλύνεις τα δόντια σου το πρωί έως το να ξαπλώσεις το βράδυ να κοιμηθείς σε καθαρά ζεστά σκεπάσματα, για τους περισσότερους από εμάς όλα είναι τουλάχιστον προσβάσιμα με κάποιον τρόπο. Και δεν ξέρω αν έχουμε ποτέ φανταστεί πως θα μπορούσε να ήταν η ζωή μας χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα ή χωρίς ζεστό νερό. Χωρίς το αγαπημένο μας φαγητό κάθε τόσο, τον προσωπικό μας χώρο, αντικείμενα που μας είναι πολύτιμα ή απαραίτητα ή απλά τα θέλουμε για ομορφιά. Χωρίς ψυγείο και τουαλέτα.

Στη δομή «φιλοξενίας», έτσι ζουν οι άνθρωποι.

Μέχρι πρότινος χωρίς ρεύμα, με χημικές τουαλέτες κάτω από τα δέντρα, χωρίς πλυντήριο, με κοινόχρηστη βρύση από την οποία κουβαλάνε νερό σε μπιτόνια.
Χωρίς καρέκλες.
Χωρίς τραπέζια.
Κάθονται σε παλέτες. Όχι μεταμορφωμένες σε τρέντυ καναπέδες. Σε παλέτες. Σκέτες ξύλινες.
Τρώνε χάμω. Ό,τι και όποτε τους φέρει το κέτερινγκ.

Δεν έχουν μπανιέρα, ούτε ντους.
Κοιμούνται σε κουκέτες, σε δωμάτια 5 τετραγωνικών. Απίστευτο μου φαίνεται, μέσα σε τόση άπλα, οι άνθρωποι να κοιμούνται σε κουτάκια των πέντε τετραγωνικών!

Α!
Και δεν έχουν παπούτσια και ρούχα.
Τα παιδιά τους επίσης. Είναι με τα καλοκαιρινά τους παντοφλάκια. Και για το παραμικρό που θα τους συμβεί, τρέχουν στο νοσοκομείο.

Κανένα παιδί δεν πηγαίνει σχολείο. Ακόμα κι αν στο προηγούμενο μέρος που βρισκόταν είχε προχωρήσει στις τάξεις, όπως η Χαλίμα, που μιλάει καλά τα ελληνικά, δεν επιτρέπεται, γιατί εδώ είναι δομή «τράνζιτ». Ένας ακόμα σταθμός στο ταξίδι τους. Δεν ξέρω πως το εξηγείς αυτό σε ένα παιδί την ώρα που αναρωτιέται και σου ζητάει τετράδιο και μολύβι για να πάει στο σχολείο.

Στην ανοιχτή δομή κανείς δεν είναι ευτυχισμένος ή χαρούμενος. Το καταλαβαίνεις όταν τους κοιτάς στα μάτια. Ζουν μαζί, άνθρωποι που δεν θα γνωριστούν ποτέ, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, από διαφορετικές φυλές με τις ομοιότητες και τις διαφορές τους, πασχίζοντας, μέσα στη δυστυχία τους να βρουν έναν τρόπο να επιβιώσουν. Η πόρτα είναι ανοιχτή, αλλά μοιάζει πολύ με φυλακή. Παλεύουν να ζήσουν. Ένας ατελείωτος χρόνος όπου κανείς δεν έχει κάτι να απασχοληθεί και οι ώρες περνούν δύσκολα και αργά. Δεν μπορούν με ευκολία να πουν τι τους συμβαίνει. Να σου εξομολογηθούν τον πόνο τους, να ξαλαφρώσουν. Αν πονάνε, αν είναι χαρούμενοι, αν υποφέρουν, αν σ’ αγαπάνε. Μόνο να σου το δείξουν, με υπέροχη φιλοξενία, μοιραζόμενοι μαζί σου το λίγο που έχουν, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του σώματος.

Στη μεγάλη τέντα που λειτουργεί ως κοινόχρηστος χώρος, τα πράγματα έχουν μπει σε μια σειρά με όρους ανάγκης της καθημερινότητας.
Χώρος προσευχής.
Κουρείο.
Κουζίνα.
Σαλόνι.
Το ένα δίπλα στο άλλο. Χωρίζονται μεταξύ τους με τους μεγάλους όγκους των θερμαντικών σωμάτων και των τεράστιων ψυγείων που βρίσκονται εκτός λειτουργίας λόγω της ελλιπούς τάσης του ρεύματος και έχουν μετατραπεί σε τοίχους. Το κάθε τι έχει τη χρήση του. Από τα ανοίγματα εμπρός και πίσω έχεις θέα τον καταγάλανο ουρανό, τα δέντρα και τις μπουγάδες. Όλο αυτό το καταθλιπτικό λευκό των σκηνών περιτριγυρισμένο από πολύχρωμες μπουγάδες και απέραντο γαλάζιο. Σαν μια χρωματιστή κόλαση.

Που και που, την ασπρίλα σπάνε πολύχρωμες αφράτες αφρικανές με περίτεχνα χτενίσματα, που κουβαλάνε πράγματα με τα χέρια και το κεφάλι! Όπως τις βλέπεις στα ντοκυμαντέρ, υπέροχες και αγέρωχες, λες και δεν κουράζονται ποτέ να ισορροπούν. Στην πατρίδα τους έχουν πόλεμο κι έφυγαν για να γλιτώσουν.

Δίπλα και παντού, εκατοντάδες παιδάκια τρέχουν. Μικρά χρωματιστά μωρά, ξυπολημένα, με φαγωμένα γόνατα. Τρέχουν με το ποδήλατο και παίζουν με αυτοσχέδια παιχνίδια. Μια κούτα, ένα μπουκάλι, ένα κλαράκι, μια μπάλα. Τρελαίνονται για καραμέλες και για οτιδήποτε κουβαλάς μαζί σου σε σακούλα. Διακρίσεις δε γίνονται. Αν πάρει ένας, πρέπει να πάρουν όλοι. Τα παιδιά μιλούν τη γλώσσα τους. Έχουν τον τρόπο τους. Γελάνε, φωνάζουν.

Και που και που ντύνονται καλές νεράιδες. Και μας αγγίζουν με το μαγικό τους το ραβδάκι για να μας μετατρέψουν από ασπρόμαυρους σε πολύχρωμους. Για να μας θυμίζουν να είμαστε ανθρώπινοι και να μην ξεχνάμε πως και αυτοί είναι άνθρωποι, δίπλα μας, με ανάγκες, φόβους και συναισθήματα. Κι ότι χρέος μας σ’ αυτόν τον κόσμο, σαν άνθρωποι, είναι να βοηθάμε τους άλλους ανθρώπους.